εφαρμόσιμος

-η, -ο
1. αυτός που μπορεί να εφαρμοστεί, ο δεκτικός εφαρμογής
2. μτφ. κατορθωτός, εφικτός, πραγματοποιήσιμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εφαρμόζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1861 στο περιοδικό Ελληνικός φιλολογικός σύλλογος Κων/πόλεως].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εξωπραγματικός — ή, ό 1. αυτός που βρίσκεται έξω από την πραγματικότητα, ο φανταστικός 2. ο μη εφαρμόσιμος, ο ανεφάρμοστος, ο ανέφικτος …   Dictionary of Greek

  • ευπαράληπτος — εὐπαράληπτος, ον (Μ) αυτός που χρησιμοποιείται εύκολα, ο ευκολομεταχείριστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + παρα ληπτός «εφαρμόσιμος»] …   Dictionary of Greek

  • παραληπτός — ή, όν, Α [παραλαμβάνω] 1. αυτός τον οποίο μπορεί να παραλάβει κανείς 2. ο κατάλληλος για εφαρμογή, εφαρμόσιμος («οὐκ ἄλλου τινὸς ἕνεκεν τῆς φυσικής θεωρίας παραληπτῆς οὔσης», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek

  • φθάνω — ΝΜΑ, και φτάνω Ν, και φθάζω ΜΑ 1. (για πρόσ. και πράγμ.) καταλήγω εκεί όπου κατευθύνομαι, έρχομαι κάπου (α. «τί ώρα θα φτάσουμε στο νησί;» β. «μέχρι εδώ φτάνει η μυρουδιά τών λουλουδιών» γ. «φθάσε σήμερον γοργὸν νὰ πᾷς στὸν μύλον», Πρόδρ. δ.… …   Dictionary of Greek

  • πολυμερή — Προϊόντα που προκύπτουν από την ένωση δύο ή περισσότερων μορίων μονομοριακών ενώσεων. Συνήθως η ένωση δύο, τριών ή τεσσάρων μορίων δηλώνεται, αντίστοιχα, με τους όρους «διμερή», «τριμερή», «τετραμερή» κλπ., ενώ η ονομασία πολυμερή (ακόμα και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.